Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

ΝΕΟΛΟΓΙΣΜΟΙ...

Δειμοκρατία, (η) ουσ. [<αρχ. δειμοκτρατεόμαι –ούμαι] καθεστώς που επικρατεί στα περισσότερα κράτη της Δύσης, εξ’ αιτίας του υφέρποντος τρόμου, τρομοκρατία μεταμφιεσμένη σε δημοκρατία. 

Εγκέφαλλος, (ο) ουσ. [<εγκέφαλος + φαλλός] ο αντρικός εγκέφαλος που συχνότατα μετατοπίζεται ριζικά και λειτουργεί σε άλλο μέρος του σώματος του αρσενικού, ειδ. στα γεννητικά του όργανα: Τι τα θες, χρυσή μου… Όλοι οι άντρες γουρούνια και εγκέφαλλοι είναι…

Κράχτης, (ο) ουσ. [<γερμ. Krach (=κατάρευση) + κατάλ. –της) δημοσιογραφίσκος πρώτου μεγέθους, παραθυριστής (βλέπε λήμμα -1.)  που φροντίζει να απειλεί επί μονίμου βάσεως από την θέση ισχύος του τον κοινό πολίτη ότι ανά πάσα στιγμή θα ξεσπάσει ένα κραχ ή κάποιο παρεμφερές, εξίσου τρομακτικό, φαινόμενο : κλείσε ρε παππού, την τηλεόραση! Πως μπορείς και ανέχεσαι τον κράχτη τον Ευαγγελάτο; 

Πανικόσπορος, (ο) ουσ. [<πανικός + σπόρος, κατά το περονόσπορος] κοινή ασθένεια τηλεοπτικών καναλιών που συνίσταται στην αναμετάδοση παραφουσκωμένων ειδήσεων (γύρω από την περιφέρεια στήθους της Χρύσπας) με τρομακτική μουσική και εκφωνήσεις γεμάτες σασπένς : -Όλη η ελληνική τηλεόραση, πανικόσπορο έχει πάθει την τελευταία δεκαπενταετιά! – Όχι, ρε! Το Σκάι και το κανάλι της Βουλής την έχουν την υγειά τους!  

1.Παραθυριστής, (ο) ουσ. [<παράθυρο + κατάλ. –ιστής] δημοσιαγραφίσκος, πολιτικός, ηθοποιός ή άλλο μέρος της πλούσιας πανίδας (και χλωρίδας) της ελληνικής τηλεόρασης που συχνάζει σε τηλεοπτικά παράθυρα : αυτός ο Πρετεντέρης, τι παραθυριστής! Και κράχτης και πρήχτης!  

2.Παραθυριστής, (ο) ουσ. [<παράθυρο<window] ο συνεχώς ασχολούμενος με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ο «κομπιουτεράκιας».

Συμφονικός, -ή, -ό, επίθ. [<συμφωνικός + φονικός] κοτσάνα μεγατόνων που εκτοξεύεται με τόση μαεστρία και μεγαλοπρέπεια, αντίστοιχες συμφωνικού μουσικού έργου, που μπορεί να αποβεί ακόμη και θανατηφόρα.     

Χέσεμες, (το) ουσ. [παραφθορά του αγγλ. Sms + παραφορά της φράσης «χέσε μέσα!»] μήνυμα σε κινητό τηλέφωνο χωρίς αξία ή που του αξίζει περιφρόνηση : -Τίνος ήταν ρε το μήνυμα; -Άσε, ένα χέσεμες της βλαμμένης της Σούλας ήταν…   

Χέσω έτοιμος, [<χέσω + φρ. «έσω έτοιμος»] φράση που υποδηλώνει την απόλυτη περιφρόνηση προς μιαν εντολή εκ των άνω που απαιτεί ετοιμότητα: -Άντε, ακόμα να ετοιμαστείς; Ο μπαμπάς είπε να ντυθούμε, σε 5 λεπτά φεύγουμε! –Ναι, καλά, χέσω έτοιμος…   

κείμενο του ΘΕΡΣΙΤΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις